Κυριακή 22 Αυγούστου 2010

Tonight’s match up: Νεύτων vs Χουκ, Λάιμπνιτς, Χόυχενς, …

Η φράση «μάθε παιδί μου γράμματα», all time classic στις ασπρόμαυρες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου και διαχρονικά αγαπημένη των γονέων, υπαινίσσεται, με τις ευλογίες των δασκάλων, ότι με την κατάκτηση των γνώσεων και των γραμμάτων ταυτόχρονα διαμορφώνεται και πλάθεται ο αγαθός χαρακτήρας των νέων. Όμως, η ιστορία της επιστήμης και η πορεία μεγάλων διανοητών, έρχεται να τους διαψεύσει εμφατικά, δυστυχώς γι’ αυτούς. Το να γίνεις ένας εργάτης της σκέψης δεν συμβαδίζει αναγκαστικά με τον καλό χαρακτήρα, με αξίες και ιδανικά, όπως η αλληλεγγύη, η ανιδιοτέλεια, η ταπεινοφροσύνη. Ίσα ίσα, η έπαρση, η αλαζονεία και οι κόντρες είναι συνυφασμένες με την πορεία ενός μεγάλου πνεύματος.

Κόντρες: λέξη που φέρνει κακούς συνειρμούς, καθώς έχει ταυτιστεί με την κύρια αιτία για κωλυσιεργία, διχόνοια, οδηγώντας τελεσίδικα σε τροχοπέδη κάθε προσπάθεια για ανάπτυξη, συνεργασία και εξέλιξη. Γίνεται όμως οι κόντρες, αντί να καταστέλλουν, να πυροδοτούν την εξέλιξη; Μπορεί χαρακτήρες που δεν αντέχουν ούτε τη σκιά τους και στο δρόμο θα τους αποφεύγαμε, να είναι αυτοί που θα πάνε ένα βήμα παρακάτω την επιστήμη και την ανθρωπότητα; Και οι κόντρες λόγω του εκκεντρικού τους χαρακτήρα, πέρα από το κάρβουνο που καίει στη μηχανή, να είναι και ο παράγοντας που τους ωθεί να ξεπεράσουν τα όριά τους και τελικά να προσφέρουν τα μέγιστα;

Η εξέλιξη της επιστήμης οφείλεται στο πείσμα και το όραμα ορισμένων φιλόδοξων και χαρισματικών ατόμων, που βλέπουν παραπέρα από τους συνηθισμένους ανθρώπους. Μέσα από τη διαδικασία της παρατήρησης και των πειραμάτων, συγκρίνουν τα αποτελέσματά τους και οδηγούνται σε εναλλακτικές θεωρίες. Τι συμβαίνει όμως όταν δύο επιστήμονες δουλεύουν παράλληλα και ανεξάρτητα πάνω στο ίδιο θέμα; Ποιος είναι ο «πατέρας» της καινούριας θεωρίας; Και τι συμβαίνει αν τα αποτελέσματα έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους; Ευγενής άμιλλα μεταξύ συναδέλφων ή αντιπαράθεση μέχρι τελικής πτώσης θα ακολουθήσει;

Και οι δυο περιπτώσεις είναι πιθανές. Εξάλλου, οι επιστήμονες δεν είναι παρά άνθρωποι, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Και μάλιστα, η καθαρή έρευνα δεν απέχει πολύ από την τέχνη. Όπως σε έναν ροκ σταρ υπάρχει μια υπεραξία που δημιουργείται γύρω από το όνομά του λόγω της υπερέκθεσής του από τα ΜΜΕ, έτσι θα πρέπει να σκεφτόμαστε έναν επιστήμονα ως υπεραξία η οποία έχει δημιουργηθεί από τις μελέτες, τις έρευνες και την προσφορά του. Κάθε επιστήμονας στο χώρο αποτελεί μια μοναδικότητα, η οποία χτίστηκε με αγώνες και προσπάθεια και στην οποία συγχωρούνται οι ιδιοτροπίες και η εκκεντρικότητα. Με τον τρόπο που ένας ροκ σταρ αποτελεί πρότυπο, σύμβολο και σημείο αναφοράς στο χώρο της μουσικής για τους νέους, αντίστοιχα αντιμετωπίζονται σαν ιερά τέρατα από τους νέους που ξεκινούν την πορεία τους στο χώρο της γνώσης οι επιστήμονες.

Κάθε εκκεντρική προσωπικότητα παριστάνεται στον κινηματογράφο ως καρικατούρα, αλλά η ζωή ξεπερνάει τη μυθοπλασία όσον αφορά τον Ισαάκ Νεύτωνα. Γεννημένος στην Αγγλία το 1642, έμεινε ορφανός από πατέρα σε ηλικία 2 ετών και ένα χρόνο μετά η μητέρα του τον εγκαταλείπει για να ξαναπαντρευτεί. Η έλλειψη των γονιών του και κυρίως η εγκατάλειψη από τη μητέρα του, θεωρούνται οι λόγοι που έγινε τόσο μνησίκακος και αντικοινωνικός.

Ιδιαίτερη ήταν και η σχέση του με τη θρησκευτική ηθική, καθώς στην εφηβεία του κρατούσε «αμαρτιολόγιο», ποτέ δεν παντρεύτηκε, ούτε είχε σχέσεις με γυναίκες, ενώ ήταν από εκείνους που υπερασπίζονταν την «ιεροποίηση» των επιστημόνων, καθώς, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, «η επιστήμη είναι κάτι εξίσου ιερό με την τέλεση των μυστηρίων της θρησκείας και απαιτεί την πλήρη αφοσίωση του επιστήμονα σε αυτό το σκοπό». Εν τούτοις, αν και οπαδός της Αγγλικανικής Εκκλησίας, ακούγονται πολλά για εμπλοκή του σε αιρέσεις, ενώ, όπως αναφέρεται στον «Κώδικα Ντα Βίντσι», πρέπει πράγματι να ήταν Μέγας Μάγιστρος του Τάγματος της Σιών, καθώς τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε αποκηρύξει τις ανακαλύψεις του στη Φυσική και είχε αφοσιωθεί στην Αλχημεία.

Ως φοιτητής είχε τη γνώμη για τους συμφοιτητές του πως «επιδίδονταν σε παραπανεπιστημιακές ασχολίες», ενώ για τους καθηγητές του πίστευε ότι «πολλοί ήταν διορισμένοι στο ίδρυμα χάρη του πολιτικού ή θρησκευτικοή καθεστώτος και ελάχιστη σχέση είχαν με τα επιστημονικά δρώμενα». Ως καθηγητής η γνώμη του για τους φοιτητές ήταν παρόμοια, με συνέπεια οι διαλέξεις του να γίνονται σε κενό ακροατήριο: «Τόσοι λίγοι πήγαιναν να τον ακούσουν και ακόμα λιγότεροι τον καταλάβαιναν, που συχνά, ελλείψει ακροατηρίου, μιλούσε στους τοίχους», γράφει ο ανιψιός του, Χάμφρεϊ Νιούτον.

Παρόλο που είναι γνωστός σε κάθε μαθητή γυμνασίου για τους τρεις νόμους της κίνησης και τον περιβόητο επιστημονικό θρύλο για το μήλο που πέφτοντας στο κεφάλι του έδωσε την έμπνευση για το νόμο της βαρύτητας, ο Νεύτωνας ασχολήθηκε ιδιαίτερα και με τη μελέτη του φωτός. Μία από τις πρώτες μελέτες του αφορούσε τη φύση του λευκού φωτός. Μέχρι τότε πίστευαν ότι το λευκό δεν είναι παρά ένα ακόμα χρώμα των ακτίνων φωτός, όπως το κόκκινο ή το πράσινο. Ο Νεύτωνας όμως στηρίζει την άποψη πως το «λευκό ηλιακό φως είναι ένα μίγμα ακτινοβολιών διαφόρων χρωμάτων που συνταξιδεύουν με την ίδια ταχύτητα και συνυπάρχουν μέσα στο ηλιακό φως εφόσον αυτό διαδίδεται στο κενό. Όταν όμως αυτό το σύνθετο φως πέσει πάνω στη γυάλινη επιφάνεια του πρίσματος, κάθε ακτινοβολία υφίσταται μία διαφορετική διάθλαση από τις υπόλοιπες και ακολουθεί μία δική της διαδρομή τόσο μέσα στο πρίσμα όσο και έξω από αυτό, οπότε πέφτει στο λευκό πέτασμα και το χρωματίζει ανάλογα. Η συνύπαρξη διαλύεται, το φως αναλύεται και πάνω στην οθόνη διακρίνουμε τα χρώματα της ίριδας».

Επίσης, στο βιβλίο του “Οπτική” περιγράφει όλα τα πειράματα που συνηγορούν υπέρ της σωματιδιακής φύσης του φωτός. Εξήγησε μάλιστα ικανοποιητικά το φαινόμενο της ανάκλασης, θεωρώντας ότι οι φωτεινές ακτίνες αποτελούνται από σωματίδια που αναπηδούν πάνω στη στερεή επιφάνεια, όπως οι μπάλες του μπιλιάρδου. Επίσης εξήγησε τη διάθλαση ως το αποτέλεσμα της μεταβολής της ταχύτητας των σωματιδίων του φωτός όταν περνούν από το ένα διαφανές υλικό στο άλλο. Έλα όμως που ο Χουκ αλλά και ο Χόυχενς τόλμησαν να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα του Νεύτωνα, υπερασπίζοντας την άποψη ότι το φως είναι κύμα, κυρίως μελετώντας την περίθλαση και τη συμβολή.

Όσον αφορά το Χουκ, γνωστό κυρίως για το νόμο της παραμόρφωσης των ελατηρίων με την άσκηση δύναμης, προκάλεσε το Νεύτωνα να παρουσιάσει περαιτέρω αποδείξεις για τις «εκκεντρικές» οπτικές θεωρίες του. Η αντίδραση του Νεύτωνα είναι χαρακτηριστική, καθώς έκανε τα πάντα για να ταπεινώσει το Χουκ σε κάθε ευκαιρία και αρνήθηκε να εκδώσει το βιβλίο του «Οπτική» μέχρι το θάνατο του Χουκ. Επίσης, η μνημειώδης έκφραση του Νεύτωνα ότι «πέτυχα, επειδή πάτησα στους ώμους γιγάντων», από πολλούς θεωρείται όχι μεταφορική για το μεγαλείο και το επιστημονικό μέγεθος των προκατόχων του Νεύτωνα, όπως ο Γαλιλαίος ή ο Κέπλερ, αλλά ως κακεντρεχές υπονοούμενο για το χαμηλό ανάστημα του Χουκ (ήταν εξαιρετικά κοντός). Για πολλά χρόνια αντάλλασσαν επιστολές που έσταζαν δηλητήριο, γεγονός που οδήγησε σε κατάθλιψη το Νεύτωνα και την απομόνωσή του για μήνες μακριά από τον κόσμο. Βέβαια, το μέγεθος του Νεύτωνα και το γεγονός πως το “Principia”, το έργο που περιγράφει τους νόμους της κίνησης και χαρακτηρίζεται ως το «σπουδαιότερο επιστημονικό κείμενο που γράφτηκε ποτέ», επισκίασαν το έργο του Χουκ.

Σε πιο αξιοπρεπή επίπεδα ήταν η κόντρα του για το ίδιο θέμα με τον Ολλανδό Κρίστιαν Χόυχενς, τον οποίο ο Νεύτωνας … «τελείωσε» με συνοπτικές διαδικασίες: «Εάν ήμουν υποχρεωμένος να αποδεχτώ μία θεωρία, η θεωρία την οποία θα υποστήριζα, είναι αυτή της εκπομπής αόρατων σωματιδίων από τα φωτεινά αντικείμενα. Είναι η πλέον αληθοφανής. Τίποτα δεν χρειάζεται για να χρησιμοποιήσει κανείς τις φωτεινές ακτίνες σε εφαρμογές ανάκλασης και ευθύγραμμης διάδοσης από το να τις θεωρήσει μικρά σωματίδια που με τις ελκτικές ή με κάποιες άλλες δυνάμεις προκαλούν δονήσεις πάνω σε κάθε αντικείμενο στο οποίο ενεργούν», γράφει στην «Οπτική». Παρακάτω επιτίθεται στον Χόιχενς με λογικά επιχειρήματα, παρουσιάζοντας τις σοβαρές αδυναμίες της: τη δυσκολία στο να ερμηνεύσει τη δημιουργία σκιάς και την ιδέα των κάθετων ταλαντώσεων στη φωτεινή ακτίνα (εγκάρσιο κύμα κατά τη διάδοσή του). Παρόλο που ο Χόιχενς κατάφερε να ξεπεράσει αυτές τις αδυναμίες και να παρουσιάσει μια ολοκληρωμένη θεωρία στο βιβλίο του «Πραγματεία για το Φως», υποστηρίζοντας ότι το φως είναι κύμα, με πειράματα στην ισλανδική κρύσταλλο που την επαληθεύουν, η εργασία του αγνοήθηκε επιδεικτικά.

Εν τούτοις, είχαν μείνει αναπάντητα ερωτήματα. Καμία θεωρία, ούτε η κυματική ούτε η σωματιδιακή μπορούσε να ερμηνεύσει πλήρως τη συμπεριφορά του φωτός, μέχρι τον 20ό αιώνα, που η κβαντομηχανική ήρθε να επιβεβαιώσει αυτό που στα αυτιά του Νεύτωνα θα ακουγόταν εξοργιστικό: το φως είναι και κύμα και σωματίδιο, ανάλογα το φαινόμενο που παρακολουθούμε. Ο Νεύτωνας είχε δίκιο, αλλά το ίδιο και ο Χουκ με τον Χόυχενς!!!

Και πάμε σε μια άλλη μνημειώδη κόντρα του Νεύτωνα, αυτή με το Λάιμπιτς, για την πατρότητα του απειροστικού λογισμού, δηλαδή τις παραγώγους. (Παράγωγος ονομάζεται ο ρυθμός μεταβολής μιας συνάρτησης ως προς μία μεταβλητή, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την ταχύτητα, που μας δείχνει πόσο γρήγορα μεταβάλλεται το διάστημα που διένυσε ένα σώμα). Και οι δύο ανέπτυξαν μια μαθηματική μέθοδο με διαφορετικό συμβολισμό που αφορά συσχετισμούς μεταξύ των μεταβλητών και του ρυθμού μεταβολής τους. Και οι δυο μέθοδοι στηρίχτηκαν σε προϋπάρχουσες γνώσεις των συναρτήσεων και της Αναλυτικής Γεωμετρίας. Ο Νεύτωνας και ο Λάιμπνιτς συνένωσαν τις προϋπάρχουσες γνώσεις και διατύπωσαν μια συστηματική και, για την εποχή, πρωτότυπη θεωρία. Με τη διατύπωση του Απειροστικού Λογισμού ξεπέρασε η επιστήμη των Μαθηματικών για πρώτη φορά τα πλαίσια που είχαν τεθεί από τους αρχαίους Έλληνες και τα οποία είχαν διαφοροποιηθεί ελάχιστα κατά τους ενδιάμεσους αιώνες. Χρονικά, ο Λάιμπνιτς προηγήθηκε στη δημοσίευση (1675), ενώ ο Νεύτωνας δεν το δημοσίευσε παρά το 1704, αλλά το είχε από χρόνια έτοιμο. Αν και από τα χειρόγραφα προκύπτει ότι προηγήθηκε χρονικά ο Νεύτων, ο οποίος είχε καταθέσει στη Βασιλική Εταιρεία σχετικές μελέτες του, χωρίς προηγουμένως να τις δημοσιεύσει, η διατύπωση του Διαφορικού Λογισμού από τον Λάιμπνιτς έτυχε μεγαλύτερης αποδοχής στην Ευρώπη, λόγω του χρονικού προβαδίσματος, αλλά κυρίως εξ αιτίας του πετυχημένου συμβολισμού που εισήγαγε. Να σημειωθεί ότι ο συμβολισμός του Λάιμπνιτς χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα στις μαθηματικές εφαρμογές και περιλαμβάνει το διαφορικό ως πηλίκο (df(t)/dt), ενώ ο Νεύτωνας χρησιμοποιούσε τονούμενα σύμβολα (f’). Και οι δυο συμβολισμοί μελετούν το ρυθμό μεταβολής της ποσότητας f με το χρόνο. Ο Νεύτων, φύση καχύποπτη και μοναχική, κατηγόρησε δημόσια τον Λάμπνιτς ότι αντέγραψε τη θεωρία του, όταν ο τελευταίος είχε επισκεφτεί τη Βασιλική Εταιρεία και μελέτησε τα κατατεθημένα χειρόγραφα του Νεύτωνα. Η κόντρα έλαβε τέλος μόνο με το θάνατο του Λάιμπνιτς, το 1716. Οι δρυμείες επιθέσεις του Νεύτωνα, που συχνά επεκτείνονταν σε ζητήματα περί του Θεού και του Σύμπαντος, καθώς και οι κατηγορίες του περί λογοκλοπής, είχαν ως αποτέλεσμα την οικονομική καταστροφή και τον ηθικό διασυρμό του Λάιμπντιτς.

Οι περισσότεροι ιστορικοί της επιστήμης πιστεύουν ότι στην πραγματικότητα οι δυο άντρες συνέλαβαν τις ιδέες τους ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο και ότι η όλη διένεξη ήταν άνευ αντικειμένου, ενώ η δηλητηριώδης επίθεση του Νεύτωνα κατά του Λάιμπνιτς είχε αρνητικά αποτελέσματα και για τον ίδιο (κατάθλιψη). Βέβαια, η κόντρα συνεχίστηκε και στους διαδόχους τους, και αφορούσε τις έννοιες της ενέργειας, της ορμής και της ζώσας δύναμης (vis vitalis), κάτι που ουσιαστικά έμοιαζε με την «επιστημονική αναζήτηση του Θεού». Ο Λάιμπνιτς υποστήριζε ότι η δύναμη είναι μια εσωτερική ιδιότητα της ύλης και κάτι περισσότερο πραγματικό από την ίδια την ύλη. Διαιρώντας την ύλη σε όλο και λεπτότερα κομμάτια, αυτό που καταλήγουμε δεν είναι πια ύλη αλλά άυλες μεταφυσικές οντότητες, οι οποίες είναι πηγές των δυνάμεων. Για να μπορέσει να περιγραφεί επαρκώς η φύση πρέπει, σύμφωνα με τον Λάιμπνιτς, εκτός από την ύλη και τις δυνάμεις, να συμπεριλάβουμε στις θεωρήσεις μας την ψυχή και τη βούληση. Ο Νεύτων είχε επίσης μηχανοκρατική αντίληψη των πραγμάτων, αλλά αναγνώριζε την ύπαρξη και τη σημασία των δυνάμεων. Η ύλη ήταν σύνολο αδρανών σωματιδίων και ανάμεσα σε κάθε ζεύγος αυτών των σωματιδίων δρα μια ελκτική ή απωστική δύναμη. Με άλλα λόγια η Φιλοσοφία δεν ήταν ακόμα μία - θεωρητική - επιστήμη, αλλά η ίδια η αναζήτηση της Σοφίας, που αγκαλιάζει και συνθέτει κάθε ακτίνα του ανθρώπινου πνεύματος, όπως η επιστήμη και η θρησκεία. Η επιστημονική κοινότητα είχε διχαστεί: η γερμανόφωνη υποστήριζε τον Λάιμπνιτς, ενώ η αγγλόφωνη τον Νεύτωνα.

Η κόντρα αποκαταστάθηκε με το έργο της Γκάμπριελ Ντι Σατλέ, ερωμένης του Βολταίρου, η οποία υποστήριζε το έργο του Λάιμπνιτς, αλλά μετέφρασε στα γαλλικά το “Principia” του Νεύτωνα, μετάφραση που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα και αποσαφήνισε τις έννοιες της ορμής και της κινητικής ενέργειας, για να ακολουθήσει η κβαντομηχανική, που, «πατώντας πάνω στους ώμους του γίγαντα Νεύτωνα», έδωσε μια νέα ερμηνεία στον κόσμο που μας περιβάλλει.

Για τη συνεισφορά του Νεύτωνα στην επιστήμη, ο ποιητής Αλεξάντερ Πόουπ έχει γράψει: «Η Φύση και οι νόμοι της μέσα στη νύχτα κρύβονταν. Ο Θεός είπε Γεννηθήτω Νεύτων! Και όλα φωτίστηκαν». Το “Principia”, αν και έχει αποσιωπήσει με προσοχή κάθε συνεισφορά του Χουκ και λέγεται ότι γράφτηκε από τη μανία του Νεύτωνα να γελοιοποιήσει τους ανταγωνιστές του και τις θεωρίες τους, θεωρείται εξίσου σημαντικό με τα «Στοιχεία» του Ευκλείδη και σε επίδραση ισάξιο με τη «Θεωρία των Ειδών» του Δαρβίνου. Μπορεί η επιστήμη και η μόρφωση να μη δημιουργούν χαρακτήρα, το «μάθε παιδί μου γράμματα» να μην μας κάνει καλύτερους ανθρώπους, παρά απλά πιο μορφωμένους ανθρώπους και ίσως μάλιστα ακόμα πιο εκκεντρικούς, δημιουργώντας παράλληλα προβλήματα και κολλήματα σε συναδέλφους μας, αλλά δεν μνημονεύεσαι στην ιστορία για τις φιλίες σου, αλλά για την προσφορά σου. Εξάλλου, η ιστορία μας διδάσκει ότι η σύνθεση των ιδεών οδηγεί σε εξέλιξη. Και, όπως αποδεικνύει ο Νεύτωνας, η επιστήμη την… θέλει την κόντρα της για να πάει παρακάτω!!

Τετάρτη 12 Μαΐου 2010

«Μεταξύ διάνοιας και γενοκτονίας»: ο πατέρας του χημικού πολέμου

Ο χώρος της επιστήμης αποτελεί ένα από τα πιο γόνιμα πεδία της ανθρώπινης σκέψης και προβληματισμού, προσφέροντας καρπούς που έχουν επηρεάσει τον τρόπο που ζούμε την καθημερινότητά μας, ακόμα και την ηθική μας. Αν και διατυμπανίζεται παντού γύρω μας ότι ζούμε στην εποχή της παρακμής και της κατάπτωσης της ηθικής στο κυνήγι του «αμερικάνικου ονείρου», έχουμε φτάσει σε ένα τέλμα όπου πλέον τα αδιέξοδα διαγράφονται πεντακάθαρα μπροστά μας. Μήπως η σύγκρουση φαντάζει αναπόφευκτη; Τα προβλήματα αντιμετωπίζονται με νέα γνώση και παιδεία. Κι όμως, το σύστημα της εκπαίδευσης είναι αυτό που απορροφά οικονομικούς πόρους και βρίσκεται στο επίκεντρο των ενεργειών όλου του σύγχρονου κόσμου, έχοντας συστηματοποιήσει την προσφορά και την ανάπτυξη της γνώσης, με αποτέλεσμα να εκμεταλλευόμαστε στο έπακρο τη διάνοια και το ταλέντο των νέων, παρέχοντας στον κόσμο όλο και περισσότερους επιστήμονες με εξειδικευμένη γνώση.

Όμως.. για ένα λεπτό. Η αντίφαση πλέον δεν μπορεί να αγνοηθεί. Τι μας φταίει και ενώ έχουμε περισσότερους και καλύτερα μορφωμένους ανθρώπους, τα προβλήματα διογκώνονται και φαντάζουν αξεπέραστα; Ίσως τελικά απλά κοιτάμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος. Είναι καίριο το παράδειγμα μιας τραγικής και αποκηρυγμένης από την ιστορία φιγούρας, όπου ο φανατισμός, η εθνική υπερηφάνεια, η προσωπική αλαζονεία, αλλά και το ταλέντο και η επιστημονική κατάρτιση ήταν εκείνα τα συστατικά μιας προσωπικότητας που στιγμάτισε έναν παγκόσμιο πόλεμο. Εξάλλου, η επιστήμη δεν είναι τίποτα άλλο παρά το μέσο. Η δύναμη που κινεί τα νήματα. Αλλά δεν αποφασίζει αυτή προς τα πού. Τη φορά την επιλέγουμε εμείς. Και πρέπει να έχουμε την ευθύνη της επιλογής και της συμμετοχής. Για παράδειγμα, το μαχαίρι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να κόψουμε το φαγητό, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για να δολοφονήσει. Μπορούμε να κατηγορήσουμε το μαχαίρι για τη χρήση που θα κάνει ο άνθρωπος;

Τι γίνεται όμως όταν ο ίδιος ο «εφευρέτης» του μαχαιριού αποφασίζει να δώσει οδηγίες για τον τρόπο δολοφονίας; Η περσόνα ενός επιστήμονα, ο οποίος δίχως ηθικούς φραγμούς εκμεταλλεύεται τις δυνατότητες της τεχνολογίας για να κυριαρχήσει στον κόσμο είναι γνωστή σε όλους μέσα από τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο.

Κάτι τέτοιο έκανε ο Φριτς Χάμπερ (1868 – 1934), ο αποκαλούμενος και πατέρας του χημικού πολέμου, υπεύθυνος του γερμανικού στρατού για τα χημικά στη διάρκεια του 1ου Παγκόσμιου Πολέμου, στον οποίο οφείλεται η επίθεση τον Απρίλιο του 1915 σε Γάλλους στρατιώτες. Ο Χάμπερ ήταν εβραϊκής καταγωγής, από οικογένεια γνωστών εμπόρων. Οι σπουδές του λαμπρές, στα καλύτερα πανεπιστήμια της Γερμανίας (Χαϊδελβέργη, Βερολίνο) και με τους καλύτερους δασκάλους. Τα χρόνια που τον καθιέρωσαν ήταν από το 1894 ως το 1911, όπου, μαζί με τον Καρλ Μπος ανέπτυξαν, στο Πανεπιστήμιο της Καρλσρούης, τη Μέθοδο Χάμπερ – Μπος, που συνίσταται στην καταλυτική σύνθεση αμμωνίας από υδρογόνο και άζωτο του αέρα σε υψηλή θερμοκρασία και πίεση. Η σημαντικότητα της μεθόδου είναι τεράστια, καθώς ανεξαρτητοποίησε την παραγωγή προϊόντων του αζώτου από τα αποθέματα των ορυκτών του. O Βάκλαβ Σμιλ, στο βιβλίο του ‘Εμπλουτίζοντας τη Γη’, θεωρεί ότι η Μέθοδος Χάμπερ – Μπος ήταν «πιο θεμελιώδους σημασίας για το σύγχρονο κόσμο από το… αεροπλάνο, την πυρηνική ενέργεια, τις διαστημικές πτήσεις ή την τηλεόραση. Η αύξηση του πληθυσμού από 1.6 δισεκατομμύρια το 1900 σε 6 δισεκατομμύρια το 2000 δεν θα ήταν δυνατή χωρίς τη σύνθεση της αμμωνίας». Με τον τρόπο αυτό μπόρεσαν να παραχθούν φτηνά λιπάσματα, ώστε να αποτραπεί η πείνα εξαιτίας του υπερπληθυσμού και για το λόγο αυτό τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Χημείας το 1918. Η Παγκόσμια Ένωση Αγροτικής Βιομηχανίας αναφέρει ότι περισσότερα από 100 εκατομμύρια τόνοι λιπασμάτων έχουν παραχθεί με τη μέθοδο Χάμπερ – Μπος. Η διαδικασία εφαρμόζεται κάθε χρόνο παγκοσμίως, με πάνω από το μισό ποσοστό να αφορά καλλιέργειες δημητριακών. Αλλά και η προσωπική του ζωή πήγαινε καλά, καθώς το 1901 παντρεύτηκε την Κλάρα Ίμεβαρ, επίσης χημικό και από τις πρώτες γυναίκες που έλαβαν διδακτορικό στη Χημεία παγκοσμίως.

Το 1912 ο Χάμπερ διορίστηκε διευθυντής του εργαστηρίου Φυσικοχημείας στο Ινστιτούτο Κάιζερ Γουίλεμ στο Βερολίνο, ένα από τα πιο αναγνωρισμένα ινστιτούτα μέχρι σήμερα. Δυο χρόνια μετά, η σκιά ενός πολέμου που θα ενέπλεκε όλη την Ευρώπη έφτανε στη Γερμανία. Ο φόβος αλλά και η προοπτική μιας ισχυρής Γερμανίας οδήγησαν τον πατριώτη Χάμπερ να προσφέρει εθελοντικά τους χώρους του εργαστηρίου και τις υπηρεσίες του προς το γερμανικό κράτος. Αρχικά ανέπτυσσε αντιψυκτικά, ενώ στη συνέχεια, το Γερμανικό Γραφείο Πολέμου ζήτησε τη βοήθειά του για την κατασκευή ενός χημικού όπλου που θα οδηγούσε τον εχθρό έξω από τα χαρακώματα. Τον Ιανουάριο του 1915, το πρώτο δείγμα ήταν έτοιμο. Ο γερμανικός στρατός ξεκίνησε την παραγωγή αερίου χλωρίου που δοκιμάστηκε τον Απρίλιο του ίδιου έτους στη Δεύτερη Μάχη του Υπρ, στην οποία ο Χάμπερ ήταν παρόν για να καθοδηγήσει τους Γερμανούς στρατιώτες. 5.000 κύλινδροι αερίου χλωρίου απελευθερώθηκαν σε απόσταση 3.5 μιλίων. Ένα πρόβλημα που θα μπορούσε να προκύψει αν ο αέρας άλλαζε κατεύθυνση αμέσως μετά την απελευθέρωση των αερίων, ήταν πως μπορούσαν να κατευθυνθούν προς αυτούς που τα απελευθέρωσαν. Όμως, η συγκεκριμένη επίθεση πήγε καλά (για τους Γερμανούς), οδηγώντας σε 150.000 θανάτους, καθώς η δράση των αερίων προκάλεσε πανικό στις γαλλικές γραμμές, κάτι που όμως η γερμανική ηγεσία δεν ήταν έτοιμη να εκμεταλλευτεί. Αλλά είχε στα χέρια της ένα νέο όπλο και το ταλέντο ενός φιλόδοξου επιστήμονα, έτοιμο να προετοιμάσει το έδαφος για νέες ρίψεις.

Τα χημικά όπλα (αέρια), κατέληξαν να γίνουν το μεγάλο πάθος του Χάμπερ, ο δούρειος ίππος με τον οποίο θα πραγματοποιούσε τη φιλοδοξία του για εξουσία, φήμη και να χαρακτηριστεί εθνικός ήρωας. Την ίδια στιγμή, το χάσμα με τα αγαπημένα του πρόσωπα μεγάλωνε, καθώς δεν άντεχαν τις θυσίες που έκανε επικαλούμενος την πατριωτική του συνείδηση. Η Κλάρα δεν σκεφτόταν με τον ίδιο τρόπο. Δεν μπορούσε να κλείσει τα μάτια και να αποδεχτεί τη συνενοχή της σε ένα έγκλημα εναντίον τόσων πολλών ανθρώπων και στο ξεπούλημα της επιστήμης της από τα ιδανικά της προσφοράς και της υπηρεσίας στο συνάνθρωπο. Ο ίδιος προφασιζόταν ως δικαιολογία ότι παρόλο που μισούσε τον πόλεμο, με τη χρήση των χημικών θα οδηγούσε γρηγορότερα στο τέλος του, αλλά η Κλάρα το έβλεπε ως «παραστράτημα από την επιστήμη». Στα όνειρά της οι φωνές των Γάλλων στρατιωτών την στοίχειωναν. Οι Ερινύες, για όσους ακόμα είχαν αυτιά, ζητούσαν αίμα. Τον Μάιο του 1915, χρησιμοποιώντας το υπηρεσιακό όπλο του συζύγου της, έδωσε τέλος στη ζωή της, γεγονός που λίγο ρίγησε τον Χάμπερ, καθώς, μόλις την έθαψε, την ίδια μέρα αναχώρησε για το Ανατολικό Μέτωπο ώστε να επιβλέψει την επίθεση εναντίον των Ρώσων.

Όσο για τύψεις; Άγνωστη λέξη. Ο Χάμπερ ήταν υπερήφανος γι' αυτές τις υπηρεσίες που προσέφερε προς την πατρίδα του κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, για τις οποίες εξάλλου και παρασημοφορήθηκε. Του δόθηκε επιπλέον ο βαθμός του λοχαγού από τον Κάιζερ, γεγονός σπάνιο για έναν επιστήμονα μεγάλης ηλικίας (ήταν πάνω από 40, μεγάλος για εκείνη την εποχή). Είχε γίνει διάσημος. Ο Τσόρτσιλ αναφέρει γι’ αυτόν: «Είναι πολύ περίεργο το ότι για την εφεύρεση του καθηγητή Χάμπερ οι Γερμανοί δεν θα μπορούσαν να συνεχίσουν τον πόλεμο μετά την εξάντληση των αρχικών αποθεμάτων τους. Η εφεύρεση αυτού του ανθρώπου κατέστησε δυνατή την παροχή εκρηκτικών για όλους τους σκοπούς, αλλά και να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας σε χημικές κοπριές. Είναι ένα σημαντικό γεγονός και δείχνει τι σκοτεινά και συμπτωματικά περιστατικά επιστημονικής ανακάλυψης μπορούν να οδηγήσουν την τύχη των ανθρώπων».

Και φυσικά δεν το έβαλε κάτω… Μαθηματικοποίησε ακόμα και το θάνατο, βρίσκοντας μια σχέση ανάμεσα στη συγκέντρωση του αερίου και στο χρόνο εκθέσεως που απαιτείται μέχρι να επέλθει ο θάνατος, το γνωστό Κανόνα του Χάμπερ, παρατηρώντας ότι η έκθεση σε χαμηλές συγκεντρώσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα ισοδυναμεί με έκθεση σε υψηλές συγκεντρώσεις για μικρό χρονικό διάστημα. Δηλαδή, ένα κράτος μπορεί να δολοφονήσει τον εχθρό είτε «μια κι έξω», είτε να αποδυναμώσει έναν πληθυσμό σιγά σιγά, όπως είναι το Σύνδρομο του Κόλπου, όπου θύματα ήταν οι ίδιοι οι Αμερικανοί στρατιώτες.

Μπορεί στην εποχή του Χάμπερ να μην υπήρχαν τα τηλεοπτικά παράθυρα, αλλά οι φωνές διαμαρτυρίας για την ηθική ενός νομπελίστα (όπου μάλιστα βραβεύτηκε με το Νόμπελ μετά το τέλος του 1ου Παγκόσμιου Πολέμου) ακούγονταν και εστιάζονταν στο ότι ο θάνατος από χημικά αέρια ήταν απάνθρωπος και πολεμικά ανήθικος (σε μια εποχή όπου οι όροι «όπλα μαζικής καταστροφής» και «πυρηνικός πόλεμος» ήταν άγνωστα). Ο Χάμπερ βγήκε επίσημα να τα υπερασπιστεί λέγοντας ότι «ο θάνατος στον πόλεμο παραμένει θάνατος, ανεξάρτητα από το μέσο». Μάλιστα, υποστήριξε ότι ο ίδιος «ο Άλφρεντ Νόμπελ δεν είχε ανακαλύψει τίποτα άλλο παρά την πυρίτιδα».

Μετά το τέλος του πολέμου αφοσιώθηκε στη μελέτη των χημικών αερίων. Στο εργαστήριό του στο Βερολίνο αναπτύχθηκε το υδροκυάνιο, γνωστό και ως Zyklon B, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως εντομοκτόνο, αλλά ήταν και το χημικό των Ναζί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στο 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Και μιας και αναφέραμε τους Ναζί, τι στην ευχή έγινε με την εβραϊκή καταγωγή του Χάμπερ με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία; Ο Χάμπερ, μην πιστεύοντας σε Θεούς και δαίμονες, είχε βαπτιστεί χριστιανός το 1905 για επικοινωνιακούς λόγους. Όμως, επειδή το αίμα νερό δεν γίνεται και το πρόβλημα ήταν η καταγωγή και όχι η θρησκεία, το 1933 αναγκάστηκε να πάρει την οικογένειά του (είχε ξαναπαντρευτεί το 1917) και να φύγει για την Αγγλία. Τον Ιανουάριο του 1934 πέθανε από καρδιακή προσβολή στη Βασιλεία της Ελβετίας, καταρρακωμένος από τη συκοφαντική δυσφήμιση του έργου του από την πατρίδα του. Χαρακτηριστικό είναι πως στο έγγραφο της παραίτησής του ανέφερε πως: «πάντα διάλεγα τους συνεργάτες μου με βάση τις ικανότητες και όχι την καταγωγή…». Ο φιλόδοξος επιστήμονας από ήρωας έγινε αποδιοπομπαίος τράγος. Ειρωνεία ή μήπως η ιστορία ξεπλήρωσε απλά ένα γραμμάτιο;

Παράδοξη είναι η φιλία του με τον Αϊνστάιν, με τον οποίο ήταν άκρως αντίθετοι ως χαρακτήρες. Από τη μία ο φιλειρηνιστής και ιδεαλιστής Αϊνστάιν και από την άλλη ο πολεμοκάπηλος πατριώτης και ρεαλιστής Χάμπερ. «Η ζωή του Χάμπερ ήταν σαν έλασμα για τον Αϊνστάιν και περιλάμβανε μέσα της το θρίαμβο και τη δίωξη του εβραϊκού λαού», αναφέρει ο David Goldsmith. Η φιλία των δυο τους παρουσιάζεται στο θεατρικό έργο «Το δώρο του Αϊνστάιν» του Βερν Θίσεν (2005).

Όπως σχολιάζει ο κριτικός Μπράιν Σκοτ Λίπτον, ο Αϊνστάιν και ο Χάμπερ παρουσιάζονται να έχουν μια διακεκομμένη φιλία, που συνοδευόταν από βαθύ σεβασμό του ενός από τον άλλο για τις επιστημονικές του ανακαλύψεις. Αυτή παρέμεινε παρόλες τις καταφανείς διαφορές στη φιλοσοφία της επιστημονικής πρακτικής: ο Αϊνστάιν εστιαζόταν στην αποκάλυψη των μυστικών της φύσης μέσω της θεωρητικής έρευνας, ενώ ο Χάμπερ επέμενε ότι η επιστήμη χωρίς φανερές εφαρμογές είχε μικρή αξία.

Ο κριτικός Αντρέα Στίβενς προβληματίζεται: «Θα πρέπει η επιστήμη να έχει όρια; Να λογοκρίνει τις εφαρμογές της; Ο ίδιος ο συγγραφέας δεν λέει. Αλλά, η ηθογραφία των δυο αντρών δείχνει ότι ο ηθικός προβληματισμός του Αϊνστάιν και οι αμφιβολίες του (απαρνήθηκε τη γερμανική υπηκοότητα το 1933 και μετανάστευσε στις ΗΠΑ) είναι προτιμότερες σε σχέση με τον φιλόδοξο και έντονα πατριώτη Χάμπερ, που έγινε χριστιανός μόνο και μόνο για να τον χλευάσουν οι Ναζί. Αν και τα επιστημονικά επιτεύγματα και των δυο αντρών θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τη χώρα τους: τα δηλητηριώδη αέρια του Χάμπερ στον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο και το Ζάικλον Β από τους Ναζί, ενώ η θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν βοήθησε στην ανάπτυξη της ατομικής βόμβας που κατασκευάστηκε στις ΗΠΑ».

Η βασική εστία του θεατρικού είναι η ευθύνη του επιστήμονα για τεχνολογίες που προέρχονται από τη βασική έρευνα, ειδικά εκείνες που είναι ικανές για μαζική καταστροφή. Έχει το δικαίωμα ή το καθήκον ο επιστήμονας, ως αυθεντία, να αυτολογοκρίνεται; Και τι ρόλο μπορεί να έχει η ηθική όπως αυτή απορρέει από την παιδεία και τα πιστεύω του κάθε επιστήμονα; Όμως η ίδια ιστορία μας δείχνει ότι ο επιστήμονας είναι παιδί της εποχής του και κομμάτι της κοινωνίας. Η συλλογική ευθύνη αναδύεται από τα δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Η εκμετάλλευση του έργου τους και η διαχείρισή του ξεπερνά τα ατομικά πλαίσια: είναι ευθύνη του πολιτισμού που παράγουμε. Στο πρόσωπο του Χάμπερ βλέπουμε ότι η επιστήμη και η έρευνα είναι ικανές για το καλύτερο και το χειρότερο. Η προσφορά για ανύψωση αλλά και η καταστροφή είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Το πώς θα στρέψουμε το νόμισμα και αν θα κάτσει κορώνα ή γράμματα είναι τελικά συνδυασμός της προσωπικής ευθύνης και της κοινωνίας.